Στιγμές από τη συνάντηση του βιβλίου με τους αναγνώστες
23ηΈκθεση Βιβλίου Ηλιούπολης 05-21 Ιουνίου 2026






Επίσημη παρουσίαση του βιβλίου:
Foyer Cafe Bistrot στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά 18 Ιουνίου 2026













Η εισήγηση του φιλολόγου κ. Αλέξανδρου Τσούνη
Καλησπέρα κι από μένα
Διαβάζοντας πριν από λίγα χρόνια ένα βιβλίο που μιλά για βιβλία, είδα, μεταξύ άλλων, το εξής ενδιαφέρον: «Αν περιέχει κάποια αλήθεια ο ισχυρισμός πως όλα τα βιβλία είναι ταξιδιωτικά, και συνεπώς κάθε συγγραφέας είναι ένας Μαγγελάνος, άλλη τόση εγκυρότητα πρέπει να υπάρχει και στην άποψη ότι κάθε ανάγνωση είναι ταυτόχρονα μια συναρπαστική αναχώρηση και μια λυτρωτική επιστροφή». Θαρρώ πως η επισήμανση αυτή ισχύει στο ακέραιο και για το βιβλίο Ο Παράδεισος δεν έχει αγνοούμενους του Βασίλειου Κυβέλλου από τις εκδόσεις Πνοή.
Επιχειρώντας λοιπόν και εμείς τη δική μας συναρπαστική αναχώρηση με στόχο τη λυτρωτική επιστροφή, ξεκινάμε με μια γενική τοποθέτηση – εκτίμηση: Το υπό συζήτηση βιβλίο συνιστά μια εξαιρετική από κάθε άποψη συγγραφική κατάθεση.
Προσωπικά και με λογοτεχνικούς όρους θα χαρακτήριζα το βιβλίο Ο Παράδεισος δεν έχει αγνοούμενους ως νουβέλα, ή, ενδεχομένως, ως νουβέλα – ψυχογράφημα. Μια νουβέλα που (και θα ήθελα να το υπογραμμίσω αυτό) έχει να πει ΚΑΤΙ και μάλιστα κάτι σπουδαίο. Είναι δε εμφανής η τόσο γόνιμη και δημιουργική σύζευξη ιστορίας και προσωπικών εμπειριών από τη μια μεριά και μυθοπλασίας από την άλλη. Αντί της γραμμικής χρονολογικά παράθεσης των γεγονότων, επιλέγεται από τον συγγραφέα με πολύ γόνιμο και παραγωγικό τρόπο η χρήση της τεχνικής του flashback, της αναδρομικής αφήγησης. Άκρως ενδιαφέρον, επίσης,( και το επισημαίνω για όσους έχουν ήδη διαβάσει το βιβλίο ), είναι το εύρημα του ονείρου του ήρωα Λευτέρη στο χειρουργείο, που σε εμένα τουλάχιστον, θύμισε κάτι από το Όταν έκλαψε ο Νίτσε του διάσημου Γιάλομ. Από πλευράς δε αφηγηματικών τρόπων, κυριαρχεί η εστίαση ενός παντογνώστη παρατηρητή, όπως λέμε στη φιλολογική γλώσσα, που γνωρίζει δηλαδή τα πάντα για τους ήρωές του. Ο διάλογος μεταξύ των ηρώων του μυθιστορήματος στα σημεία που αυτός κυριαρχεί, αποκαλύπτει όπως γίνεται συνήθως, τον βαθύτερο ψυχισμό και τα κίνητρα δράσης των ηρώων.
Γενικότερα, θα έλεγα ότι το βιβλίο αυτό του Βασίλειου Κυβέλλου , μπορεί να διαβαστεί ως μια πορεία αυτογνωσίας του ήρωά του , του Λευτέρη , όπως τόσο ωραία και ξεκάθαρα επισημαίνει ο συγγραφέας στη σελίδα 80, ως μια διαδικασία εναγώνιας αναζήτησης απαντήσεων σε ερωτήματα που απορρέουν από βιώματα τραγικά, βιώματα που στιγματίζουν ανεξίτηλα, όπως είναι η αρπαγή μέσα από το σπίτι και εν τέλει η εξαφάνιση της μάνας και της αδελφής του ήρωα σε μια τόσο τρυφερή , δηλαδή παιδική ηλικία. Μπορεί θέλω να πω , το βιβλίο αυτό να διαβαστεί ως μια διαδικασία τακτοποίησης εσωτερικών εκκρεμοτήτων, ως μια πορεία προς την κάθαρση και τον λυτρωμό του ήρωα Λευτέρη.
Ας προσθέσω σε αυτά, ότι κάποιες από τις συναντήσεις των ηρώων του βιβλίου , όπως για παράδειγμα η συνάντηση του Λευτέρη με τον Πέτρο με τον τρόπο που περιγράφεται στη σελίδα 23, του Λευτέρη με τον Σταύρακα όπως δίνεται στις σελίδες 154-155, παραπέμπουν, στη δική μου τουλάχιστον προσέγγιση και ανεξάρτητα από τις προθέσεις και τις στοχεύσεις του συγγραφέα, σε συναντήσεις ηρώων από ταινίες του άδικα και πρόωρα χαμένου Αγγελόπουλου. Θυμηθείτε τη συνάντηση Κατράκη – Παπαγιαννόπουλου στο Ταξίδι στα Κύθηρα σε ένα ιστορικό πλαίσιο ίδιο μάλιστα με το ιστορικό πλαίσιο του βιβλίου του Βασίλειου Κυβέλλου, δηλαδή τον Εμφύλιο. Αν σ’ αυτά προσθέσουμε και κάποιες άλλες αναφορές, άμεσες ή έμμεσες, συνειδητές από τον συγγραφέα ή μη, το κείμενο φαίνεται να μην μένει μετέωρο, αλλά να στεγάζεται καλά στο σπίτι των γραμμάτων για να θυμηθώ μια έκφραση του αξέχαστου καθηγητή μου στο Πανεπιστήμιο Δ. Ν. Μαρωνίτη.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε όμως ότι το βιβλίο του Βασίλειου Κυβέλλου είναι λογοτεχνία και όχι ιστορία, άρα υπακούει και σε αντίστοιχες προδιαγραφές. Ως εκ τούτου, θα σταθεί κανείς στην αφηγηματική του δύναμη, στη γλωσσική του ομορφιά, στις υπέροχες περιγραφές που διατρέχουν ολόκληρο το έργο. Στη σελίδα 51 για παράδειγμα, βρίσκω εξαιρετικά δυνατή, χωρίς να μπω σε λεπτομέρειες ,την περιγραφή της φάλαινας. Επίσης στη σελίδα 40 διαβάζουμε για τον ήρωα : «έτρεχε να ξεφύγει χωρίς να ξέρει ποιοι ήταν οι διώκτες του» κάτι που σε εμένα τουλάχιστο, η συγκεκριμένη σκηνή θύμισε αντίστοιχη σκηνή από την διάσημη Δίκη του Κάφκα και τις περιπέτειες του εκεί ήρωα Γιόζεφ Κ. Στη συγκλονιστική δε συνάντηση με τον Σταύρακα και στις ευθείες απειλές που δέχεται για την ίδια του τη ζωή, του απαντά μεταξύ άλλων ο Λευτέρης : « αναρωτήθηκες μήπως αυτό (δηλαδή τον θάνατο) επιδιώκω;» Όπως περίπου δηλαδή απάντησε η Αντιγόνη στις απειλές του Κρέοντα, στο γνωστό αριστούργημα του Σοφοκλή. Στις σελίδες επίσης 130-131, η αναφορά στην Καβαφική Ιθάκη είναι προφανής.
Επιτρέψτε μου λίγες ακόμα παρατηρήσεις. Διάσπαρτα στο βιβλίο θα συναντήσουμε όχι λίγες δυνατές παρομοιώσεις. Διαβάζουμε για παράδειγμα στην σελίδα 101 την παρομοίωση « σαν ασημένιο αμύγδαλο το μενταγιόν», ενώ στη σελίδα 117 θα δούμε την παρομοίωση « το τρυφερό χαμόγελο σαν λουλουδιασμένο αγιόκλημα». Στάθηκα επίσης στον τρόπο με τον οποίο ο συγγραφέας Κυβέλλος αντιμετωπίζει και τον αρνητικό του ήρωα, τον Σταύρακα. Όλα τα πρόσωπα σε κάθε μυθοπλασία πρέπει να είναι πειστικά, πρέπει να είναι αληθινά, δηλαδή να παραπέμπουν στην πραγματική ζωή. Αλλιώς είναι αδύναμα και μη πειστικά. Έτσι στη σελίδα 156 ο ήρωας Σταύρακας εμφανίζεται να καταθέτει τη δική του ΑΛΗΘΕΙΑ που απαντά, πειστικά ή όχι από την ιστορική σκοπιά είναι άλλο θέμα, στο ΓΙΑΤΙ ενεργούσε με τον τρόπο που ενεργούσε στα δίσεκτα χρόνια του εμφύλιου σπαραγμού. Έτσι δεν μένει ξεκρέμαστος ούτε ο ήρωας αυτός.
Κλείνοντας την σύντομη αυτή παρουσίαση προτείνω να σταθούμε στο εξής: Το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εγγράφεται το περιεχόμενο της ωραίας αυτής νουβέλας του Βασίλειου Κυβέλλου τοποθετείται όπως ήδη επισημάναμε και, ενδεχομένως γνωρίζετε, στα εφιαλτικά και δυστοπικά χρόνια του εμφυλίου πολέμου. Αναρωτιέμαι λοιπόν: Μήπως εν τέλει και με όσα διαλαμβάνει το μυθιστόρημα αυτό , θα μπορούσε να ενταχθεί στον χώρο της αντιπολεμικής λογοτεχνίας; Μήπως θέλω να πω, επαναλαμβάνει με τον δικό του τρόπο όσα ο αξεπέραστος Θουκυδίδης μας έμαθε στην περίφημη Παθολογία του πολέμου, ότι δηλαδή ο Εμφύλιος είναι η χειρότερη, η οδυνηρότερη, η πιο καταστροφική από κάθε άποψη μορφή πολέμου;
Σας ευχαριστώ πολύ!
Η ομιλία του συγγραφέα Βασιλείου Α. Κυβέλλου
Καλησπέρα σας
Θα ήθελα να σας ευχαριστήσω όλες και όλους θερμά για την παρουσία σας που με τιμά ιδιαίτερα. Ευχαριστώ:
- τον εκδοτικό οίκο ΠΝΟΗ, την κ. Ξύδη, τον κ. Καραναστάση, την κ. Παπαδοπούλου και όλους όσους πίστεψαν στην αξία αυτού του μυθιστορήματος και συντέλεσαν στη δημιουργία αυτής της πολύ όμορφης έκδοσης.
- Τον φιλόλογο κ. Αλέξανδρο Τσούνη, που μου έκανε την τιμή να διαβάσει από τους πρώτους το μυθιστόρημα πριν περίπου δύο χρόνια όταν ακόμη δεν είχα αποφασίσει να το εκδώσω. Τον ευχαριστώ για την παρουσία του εδώ καθώς και για τον σχολιασμό του βιβλίου. Όπως του έχω πει και του ίδιου, αντιπροσωπεύει για μένα το υπόδειγμα του καθηγητή φιλολόγου, που θα ευχόμασταν όλοι να είχαμε όταν βρισκόμασταν στα θρανία ή που θα ευχόμασταν να διδάσκει τα παιδιά μας.
- Ευχαριστώ πολύ την Αδριανή Λιάτα, την ηθοποιό που διάβασε με τόσο ξεχωριστό τρόπο τα αποσπάσματα που ακούσατε. Η Αδριανή είναι η κόρη του καλύτερου μου φίλου Δημήτρη, τον οποίο χάσαμε πρόσφατα και στον οποίο θα ήθελα να αφιερώσω τη σημερινή παρουσίαση με τη βεβαιότητα ότι είναι κοντά μας αυτή την ημέρα.
- Τέλος θα ήθελα να ευχαριστήσω τη θεία μου Ζωή Σπανάκου, καταξιωμένη φιλόλογο η οποία από την αρχή κιόλας της συγγραφής με ενθάρρυνε ενεργά να συνεχίσω και να τελειώσω το μυθιστόρημα, ιδιαίτερα σε μια περίοδο που νόμιζα ότι η έμπνευση είχε στερέψει.
Η αφετηρία της συγγραφής είναι για τον κάθε επίδοξο συγγραφέα διαφορετική. Η πορεία δε από την έμπνευση στην πραγμάτωση συναρπαστική. Τώρα που η δική μου απόπειρα ολοκληρώθηκε μπορώ να πω με βεβαιότητα, ότι στην περίπτωσή μου ήταν με ένα τρόπο και λυτρωτική.
Πριν ογδόντα περίπου χρόνια, μια οικογένεια κάπου στη Μάνη βιώνει την απόλυτη φρίκη του Εμφυλίου, όταν ένα έγκλημα σε βάρος της, τη λαβώνει ανεπανόρθωτα και τη σημαδεύει. Ένα έγκλημα που όπως και πολλά άλλα εκείνη τη μαύρη περίοδο, έμεινε για πάντα ατιμώρητο· ένα έγκλημα που είχε σαν αποτέλεσμα, δυο αδέρφια, στο έμπα της εφηβείας τους να γίνουν πρόσφυγες στον ίδιο τους τον τόπο και τελικά να τον εγκαταλείψουν για να σωθούν όπως και η υπόλοιπη οικογένεια. Η οικογένεια αυτή είναι η οικογένειά μας, η οικογένεια του Βασίλη Κυβέλου, του παππού μου. Τα δυο παιδιά είναι ο πατέρας μου κι ο μικρότερος αδελφός του. Στο εξώφυλλο του βιβλίου, στη επάνω δεξιά γωνία του, μπορείτε να δείτε τον πατέρα μου σε ηλικία δεκαπέντε χρόνων, εργάτη σε ένα καμίνι στην Αθήνα, μαζί με μια οικογένεια που επίσης ζούσε από αυτή τη δουλειά. Την ίδια περίοδο αγωνιζόταν να τελειώσει το νυχτερινό γυμνάσιο. Και κάτω το χωριό της Μάνης που συνέβησαν όλα. Ο πατέρας μου και ήρωας του μυθιστορήματος αυτού, δεν κατάφερε να επιστρέψει στα πατρογονικά χώματα πριν περάσουν σχεδόν πέντε δεκαετίες. Το ίδιο και τα περισσότερα μέλη της οικογένειας που βασανίζονταν από τα φαντάσματα και τις μνήμες του τραγικού παρελθόντος.
Η αληθινή αυτή ιστορία πίσω από το μυθιστόρημα, με συνοδεύει σαν αφήγηση του πατέρα μου από τα προεφηβικά μου χρόνια. Ενηλικιώθηκα ζώντας ξανά και ξανά τη φρίκη που βίωσε ως δεκατριάχρονο παιδί στον Εμφύλιο. Ήταν πάντα αναπόσπαστο κομμάτι όχι μόνο της ατομικής, μα και της συλλογικής μνήμης της ευρύτερης οικογένειάς μας. Ήταν ο κόμπος στον λαιμό, ο βουβός λυγμός, ο καημός του πατέρα και των θείων μου. Ήταν το αναμμένο τσιγάρο στα χέρια του, που του έκαιγε τα δάχτυλα πριν σβήσει. Αυτός ο λυγμός με ώθησε να αφηγηθώ το πραγματικό γεγονός και να στηρίξω πάνω του τα στοιχεία της μυθοπλασίας εκείνα, που θα τον έκαναν να πάψει να είναι βουβός και να μετατραπεί σε ηχηρό μνημόσυνο.
Έγραψα την πρώτη παράγραφο πριν πολλά χρόνια, απολαμβάνοντας τον καφέ μου και την ανεμπόδιστη θέα στο λιμανάκι του χωριού σαν τουρίστας. Ήθελα μόνο να αιχμαλωτίσω τη στιγμή. Τίποτα δεν προμήνυε τη συνέχεια. Έμεινε ξεχασμένη στον σκληρό δίσκο του παλιού μου laptop, για κάμποσο καιρό. Διαβάζοντας την ξανά και ξανά, ένιωσα κάποια φωνή μέσα μου να θέλει να αφηγηθεί μια ιστορία. Στην αρχή δεν ήμουν σίγουρος τίνος τη φωνή ζωντάνευα. Του παππού μου, του πατέρα μου, του θείου μου, ή μήπως τη φωνή της γιαγιάς Περσεφόνης και της θείας Ελένης που υπήρξαν τα αθώα θύματα του εγκλήματος; Ήθελα να πιστεύω πως ήταν ο νεκρός πατέρας μου. Και μάλλον αυτός πρέπει να μου μιλούσε. Σκοπός του, άρα και δικός μου, ένιωσα πως ήταν όχι τόσο μια καταγραφή των αληθινών γεγονότων. Τον άκουσα να μου λέει: «Δώσε μου μια δεύτερη ευκαιρία. Κάνε με να ξαναζήσω το Κακό κι έννοια σου… Θα δεις». Ζητά εκδίκηση σκέφτηκα. Ζητά τη λύτρωση που όσο ζούσε δεν μπόρεσε να βρει.
Ακούγεται πολλές φορές η απλοϊκή προσέγγιση ότι σε έναν πόλεμο δεν πρέπει να μας παραξενεύει η φρίκη. Ο Εμφύλιος όμως αποτελεί ανοιχτή πληγή, γιατί σε πολλές περιπτώσεις τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν και από τις δυο πλευρές ενδεχομένως, στερούνταν οποιασδήποτε έστω και προσχηματικής ιδεολογικής επένδυσης. Ιδιαίτερα δε στην Πελοπόννησο δρούσαν παρακρατικές αντικομμουνιστικές ομάδες που προέβαιναν σε φρικαλεότητες, με σκοπό, δήθεν την προστασία των ντόπιων από το ΕΑΜ, ενώ στην πραγματικότητα δολοφονούνταν κι εξαφανίζονταν άμαχοι και αθώοι, που ελάχιστη ή καμιά σχέση δεν είχαν με αυτό. Αυτή την πτυχή του αναίτιου θρήνου, της απροσχημάτιστης ακόμη και για τη λογική ενός πολέμου, περιφρόνησης της ανθρώπινης υπόστασης, θέλησα να φωτίσω σαν μέλος μιας οικογένειας που υπέστη τη φρίκη που περιέγραψα.
Όσοι διαβάσατε ήδη το βιβλίο θα έχετε αναρωτηθεί που τελειώνει η πραγματικότητα και που αρχίζει η μυθοπλασία. Έχει βέβαια και αυτό τη σημασία του, αλλά θα σας πρότεινα να κάνει ο καθένας τη δική του μοιρασιά ανάμεσα στην αλήθεια και στον μύθο. Έτσι κι αλλιώς όλα όσα περιγράφονται θα μπορούσαν πράγματι να έχουν συμβεί και την ίδια στιγμή θα μπορούσαν όλα να είναι ένα όνειρο, ένας εφιάλτης. Η αλήθεια όμως στέκεται κάπου ενδιάμεσα.
Κι εδώ έρχεται η μαγεία της λογοτεχνίας και της μυθοπλασίας να με οδηγήσει. Αλήθεια και μύθος, παρόν και παρελθόν, όνειρο και πραγματικότητα μπλέχτηκαν σε μια ιστορία που τελικά είχε έναν και μόνο σκοπό: Να φέρει στο φως την αλήθεια της ψυχής του πατέρα μου. Επί πλέον, ήθελα να να του δώσω, έστω και μετά τον θάνατό του μυθιστορηματικά, τη δυνατότητα να αναρωτηθεί τι θα έκανε αν ξαναζούσε τα τραγικά εκείνα γεγονότα. Σκοπός του μυθιστορήματος δεν είναι να αναβιώσει τα μίση και τα πάθη του Εμφυλίου. Πληγές ανοιχτές μπορεί να υπάρχουν ακόμη αλλά χρέος μας δεν είναι να τις ξύνουμε. Η ψυχή όμως των νεκρών μας, μας υπαγόρευσε να αφήσουμε τη Θεία Δίκη να κάνει το χρέος της αφού ανθρώπινη δικαιοσύνη δεν υπήρχε σε εκείνες τις σκοτεινές ημέρες. Το αν υπάρχει Θεία Δίκη όμως, είναι ένα αιώνιο και εν πολλοίς αναπάντητο ερώτημα.
Οι νεότερες γενιές δεν έχουν προσωπικά βιώματα από τον Εμφύλιο. Κουβαλούν κάποιες φορές, την ομίχλη οικογενειακών δραματικών αφηγήσεων. Όσο απόμακρη κι άγνωστη κι αν τους φαίνεται η ιστορική αυτή περίοδος, θα ευχόμουν να μπορούσαν να συνειδητοποιήσουν ότι τη φρίκη της, την ανάθρεψαν άνθρωποι. Άνθρωποι που κατά τεκμήριο δεν γεννιούνται εγκληματίες αλλά γίνονται. Η φρίκη γεννά φρίκη και η αλυσίδα αυτή είναι πολύ δύσκολο να σπάσει. Έχω ελπίδα στους νέους. Δε θα επιτρέψουν να ευδοκιμήσουν μισαλλόδοξα και αντικοινωνικά κηρύγματα. Αλλά πρέπει και όλοι συλλογικά σαν Ελληνική κοινωνία να εξασφαλίσουμε ότι δε θα επιτρέψουμε ποτέ να ξαναζήσει ο τόπος κάτι τόσο τραυματικό όπως ο Εμφύλιος.
Θα κλείσω με μια φράση του μυθιστορήματος, μια διαπίστωση που κουβαλούσα πάντα στην ψυχή μου για τον πατέρα μου και που ετούτο το βιβλίο μου έδωσε την ευκαιρία να κοινοποιήσω:
«Μερικοί άνθρωποι δεν είναι πλασμένοι να γίνουν ήρωες. Όμως οι αληθινοί ήρωες είναι αυτοί που καταφέρνουν να μείνουν στη ζωή τους πραγματικοί άνθρωποι!»
Σας ευχαριστώ πολύ!
54ο Φεστιβάλ Βιβλίου Πεδίο Άρεως 4-20 Σεπτεμβρίου 2026







Προσεχείς εκδηλώσεις:
Παρουσίαση του βιβλίου στον Σύλλογο Φίλων Μουσείου Μάνης Μιχάλη Κάσση στις 23 Νοεμβρίου 2026
